Pages

ΤΟ ΠΥΡΓΟΣ ΤΟΥ ΑΚΡΟΠΟΤΑΜΟΥ

>
Α

- Κελεπούρ’ με τα σωστά, είπε μέσα του ο Θώμος Κρανιάς ρίχνοντας το μάτι προς το παλιό στενόψηλο σπίτι εκεί μπροστά του, ενώ ροφούσε τον καφέ στον ίσκιο της γέρικης μελικοκκιάς.

Στα κλαδιά της μελικοκκιάς κελαδούσαν τα πουλιά και στον απομεσημεριάτικο ουρανό αργοκυλούσαν αριόλευκα τα σύννεφα του Μάη.

Η Φρόσω, η μεγάλη κόρη του Κρανιά, καθισμένη κοντά του είχε αφήσει κι έπεσε στην ποδιά της το κέντημα και κοίταζε τα σύννεφα κι άκουε τα πουλιά.

Ο μικρός Γεσίλας με τον κόρφο του γεμάτο χλωρούς καρπούς απ’ τη μελικοκκιά, μικρούς και στρογγυλούς σα σκάγια, πήγαινε ολόγυρα στη φράχτη και σημάδευε με τη σκάστρα τα σπουργίτια, η Μαριώ κι η Κούλα κυνηγιόντανε ξυπόλυτες στον κήπο.

Ο Θώμος Κρανιάς έριξε γύρω μιαν ήσυχη ματιά. Έπειτα ανασήκωσε το μακρύ του νυχτικό και το ’ζωσε στη μέση με το λουρί, πήρε το κλαδευτήρι κι ανέβηκε στη σκάλα την ακουμπημένη στον κορμό ενός φράξου παραπέρα, όπου κρεμότανε μια κληματαριά φτακύλι. Το είχε κλαδέψει πριν και τώρα γύρευε να το κλαρώσει πιο ψηλά.

Η κυρα-Θώμαινα, που μόλις ξυπνημένη πλενότανε στο νεροχύτη στην κορφή της σκάλας του σπιτιού, είδε τον άντρα της σκαρφαλωμένο τόσο ψηλά και τρόμαξε:

- Άνθρωπε, έχει το νου σ’! Άσ’ το να πάει στην οργή! του φώναξε.

Και κατέβηκε τη σκάλα σκουπίζοντας το πρόσωπο με την ποδιά της.

Όταν πλησίασε τον άντρα της, είχε κατεβεί και κείνος και κοίταζε το κλήμα.

- Καλά δεν το ’δεσα; είπε. Δεν το φτάνουν τώρα. Εννοούσε τα παιδιά. Τσιμπούσανε τις αγουρίδες, που τις χρειαζόντανε ν’ αυγοκόβουνε τη σούπα.

Και πρόστεσε:

- Γλιτώνουμ’ έτσι τα λεμόνια.

- Και το ρετσινόλαδο, δε λέω. Μα δε σ’ λλογιέσ’ αν παραπάταγες; Είσαι βαρύς, είπε η κυρα-Θώμαινα.

Ο Θώμος Κρανιάς την κοίταξε μια στιγμή στα μάτια. Έπειτα πήγε κοντά της, τη χτύπησε στον ώμο κι είπε:

- Καλά δε βολευτήκαμ’, ε; Κελεπούρ’ με τα σωστά.

Έδειξε τον πύργο εκεί, την κούλια του ακροπόταμου, καθώς τη λέγανε στον τόπο. Την είχε χτίσει αυτού στον όχτο κάποιος Σουλιώτης καπετάνιος για ν’ αγναντεύει τα βουνά του τόπου του και τώρα την αγόρασε ο Θώμος Κρανιάς για να τρυπώσει μέσα τα παιδιά και τη γυναίκα του σαν ξαναβρέθηκε παυμένος ξαφνικά.

- Καλά να λέμε, έκαμε ν’ αναστενάξει η κυρα-Θώμαινα. Μα θυμήθηκε πως ήτανε και δικό της θέλημα να μην κουβαληθούνε μεσοχείμωνα στο χωριό, μα να περιμένουν τον ξαναδιορισμό εδώ στην πόλη – κι έπνιξε τον αναστεναγμό. Κούνησε το κεφάλι κι έκαμε προς το σπίτι.

Η Φρόσω καθισμένη κάτω από τη μελικοκκιά κεντούσε και κοίταζε τα σύννεφα.

Ο Θώμος Κρανιάς έπιασε τώρα και κέντρωνε μια αγριοσκιά.

Το αεράκι της ποταμιάς του χάδευε το μέτωπο, από τις ράχες γύρω αχούσανε κουδούνια και βελάσματα, ο ήλιος φώτιζε μαλακά την πρασινάδα της λαγκαδιάς, τα γέλια των παιδιών γεμίζανε τον κήπο κι ο αργαλειός της κυρα-Θώμαινας άρχισε ν’ αργοβροντά, σα να βαστούσε από τον πύργο απόβαθα το ρυθμό της ήσυχης ζωής.

Ο Θώμος Κρανιάς, εκεί που έδενε με την καινούρια φλούδα τον κορμό, σταμάτησε:

Κρίμα που δεν έκλεισε ακόμα τη σύνταξη! Ας πηγαίνανε στην οργή και τα πλιάτσικα και τα πεσκέσια και το κόμμα του Κρανιά.

Το κόμμα και το σόι του Κρανιά ήταν από τα παλιότερα στην επαρχία με τ’ ατέλειωτα βουνά και τους εννιά δήμους, ξακουστούς για τ’ αρχαιόπρεπα ονόματά τους, τα κόκκινα ξυνόμηλα και τις μακριές καμπυλωτές μύτες των κατοίκων τους. Έναν απ’ αυτούς τους δήμους κυβέρνησε ο Θώμος Κρανιάς τέσσερα χρόνια μια φορά. Μα η ανάγκη το απαίτησε ν’ αφήσει αλλουνού την έννοια αυτή, η γυναίκα του σα να τραβήχτηκε και κείνη περσότερο από τον τίτλο της κυρα-επαρχίνας κι έτσι η φαμελιά του Θώμου Κρανιά πήρε το ραβδί του στρατοκόπου και τριγύρισε κοντά δεκαπέντε χρόνια μπαγάζια και παιδιά σε κάμπους και βουνά και πέλαγα.

Το περιδιάβασμα κατάντησε να ξεκινά μοιραία από την πόλη αυτή κοντά στον ποταμό. Όχι γιατί ο Θώμος Κρανιάς είχε καημό σαν το γεροσουλιώτη ν’ αγναντεύει από το μπαλκόνι του επαρχείου μακριά τις άκρες των πατρικών βουνών – μεγαλύτερο καημό είχε όπου ήταν τα πεσκέσια πιο πολλά – μα από κείνα τα βουνά κατεβαίνανε και ξεχειμάζαν ένα γύρο στον κάμπο τα κοπάδια κι η αργατιά του τόπου του. Η αργατιά αυτή έστελνε βουλευτή τον ξάδερφό του, γι’ αυτό και κείνος όταν ερχότανε στην εξουσία βιαζότανε να στείλει εδώ έπαρχο το Θώμο. Αυτός ήταν ο λόγος που όταν άλλαζε η κυβέρνηση, από την πόλη εδώ κοντά στον ποταμό έπαιρνε τις περσότερες φορές το φύσημά του ο έπαρχος Κρανιάς. Μα τη φορά αυτή δεν μπόρεσε η αργατιά να στείλει στη βουλή τον ξάδερφο κι αντίς το φύσημα που πρόσμενε, έλαβε ξαφνικά την πάψη του.

Αυτού απάνω βρέθηκε σωτηρία η κούλια του Σουλιώτη καπετάνιου. Στις δυο της κάμαρες έπρεπε να στριμωχτεί όπως όπως η φαμελιά κι η πρώην επαρχίνα να στήσει στο κατώγι τον αργαλειό για τα προικιά της Φρόσως. Ήτανε ο αργαλειός, όπου ύφανε η μάνα της και τα δικά της προικιά κι η επαρχίνα τον κουβαλούσε χρήσιμο θυμητικό, όπου πήγαινε.

Έτσι τους βρήκε η άνοιξη κάτω από σκεπή δική τους. Όσο κι αν ήτανε στενά εκεί μέσα, όμως ήτανε ο αέρας καθαρός και το απόμερο κι η μοναξιά σαν παραγγελμένα για να τρέχουν τα παιδιά ξυπόλυτα και να γλυτώνουν τα παπούτσια κι η πρώην επαρχίνα να κάνει μόνη με τη Φρόσω όλες τις δουλειές δίχως να τις βλέπει μάτι.

- Καλά βολευτήκαμε, συλλογιζόταν ο Θώμος Κρανιάς ενώ ξανάνιωνε τον κήπο και μια θλίψη έσμιγε μέσα του με τη χαρά της ώρας, που θ’ άλλαζε η κυβέρνηση και θα τον ξανάριχνε στο σήκω-απίθω.

Η κυβέρνηση δεν άργησε ν’ αλλάξει ο Θώμος Κρανιάς ήρθε τρεχάτος ένα βράδυ στον πύργο με το μήνυμα κι η κυρα-Θώμαινα άρχισε την άλλη μέρα να σιγοετοιμάζεται. Ο δισταγμός ήτανε μόνο αν τα μπαούλα θα δεθούνε για μακρινό ταξίδι η μονάχα για το επαρχείο μέσα στην πόλη.

Απάνω αυτού όμως ήρθε το ανέλπιστο. Η νέα κυβέρνηση κατάργησε τα επαρχεία κι ο Θώμος Κρανιάς έπρεπε να στρέξει να πάει γραμματικός σε νομαρχία.

- Γραμματικός! Αδύνατο! φώναξε και ξαναφώναξε, ενώ η γυναίκα του μουρμούριζε:

- Να ’τανε κάνε διαυτεντής!

Το γράψανε του ξαδέρφου και προσμένανε. Μα όσο έπεφτε το μάτι στα πόδια των παιδιών και στα σύννεφα, που όλο και χαμηλώναν από τα βουνά, όσο έπαιρνε να δυναμώνει το βοριαδάκι της ποταμιάς κι ο μπακάλης να στέλνει να ζητά συχνότερα όσα του χρωστούσαν, άρχισε κι η κυρα-Θώμαινα να πέφτει.

Μα η δυσκολία δεν ήτανε μόνο στο πως θα ’πεφτε η μύτη. Κάθε φορά που κόντευε να πείσει τον άντρα της, έβγαινε κείνος με το πρόβλημα:

Δίχως νοίκι τζάμπα πια, δίχως τυχερά, δίχως πεσκέσια πώς θα τα βγάλουν πέρα έξι νομάτοι με το μιστό ξερό;

Η γνωστικάδα της κυρα-Θώμαινας ξαναβρήκε τη λύση: Να πάει ο άντρας της μοναχός στη θέση του. Αυτή και τα παιδιά με τα λιγοστά που θα τους στέλνει θα οικονομηθούνε καλύτερα εδώ στην ερημιά παρά στην πολιτεία όπου θέλουνε λούσα, φορέματα, σπίτι καλό και χώρια δούλα. Εκεί πρέπει να φαίνουνται καθώς αξίζει στη θέση τους και στ’ όνομα της φαμελιάς. Εδώ συνήθισαν, εδώ, όπως και να ζούνε, τους ξέρει και τους τιμά όλος ο κόσμος.

Ο Θώμος Κρανιάς αναγνώρισε τη λογική και με καρδιά θλιμμένη παράτησε τον πύργο του ακροπόταμου και το σκάλισμα στον κήπο.

Ο χωρισμός δεν ήταν και για τη γυναίκα του λιγότερο πικρός κι ήρθανε στιγμές που μετάνιωσε για την απόφασή της. Μα οι λόγοι που έφερνε στον άντρα της δεν ήταν οι μόνοι που την κάμανε να πάρει τέτοια απόφαση.

Η κυρα-Θώμαινα είχε στο νου της και κάτι άλλο· το ίδιο πράμα που την έκαμε πρωτύτερα να προτιμήσει τη στενή κούλια του Σουλιώτη από την απλοχωριά του αρχοντικού της αδερφής της στο χωριό. Ένα πλουσιόπαιδο του τόπου εδώ τριγύριζε τη Φρόσω από καιρό, από τότε που κατοικούσαν ακόμα στο επαρχείο. Στο πρώτο δεν της άρεσε της μάνας. Η σειρά της θυγατέρας της δεν ήτανε να κρεμιέται στα παράθυρα. Τη φοβέριξε πως θα της κόψει τα μαλλιά, πως θα βάλει τον πατέρα της να τη λιανίσει, μια μέρα κιόλας που την ξαδιαντράπηκε της άστραψε η ίδια δυο τρεις στα μάγουλα. Μα σιγά σιγά ήρθε δίχως να το νιώσει σε λογικότερο στοχασμό: Αν η κόρη της δεν κοιτάξει μοναχή της, θα της βρει τον άντρα; Θα τόνε βρει ο πατέρας της στον καφενέ ή θα ’ρθουν από μοναχά τους τα πριτζηπόπουλα να τη γυρέψουν; Τ’ όνομα της φαμελιάς της τίμιο είναι βέβαια κι ακουσμένο κι η κόρη της νοικοκυρά και κοντά στ’ άλλα κι όμορφη, μα καθώς κατάντησε ο καιρός μας όλοι οι γαμπροί ρωτούνε πρώτα πόσα έχει η νύφη. Κι η κόρη της πού να τα βρει; Από το καζάντι του πατέρα της με το επαρχιλίκι, ή από τις πέντε δέκα πεζούλες, που έχει προίκα της η μάνα στο χωριό; Άλλο δεν της μένει λοιπόν παρά πως να μπερδέψει κάποιον με την ομορφιά της και να σιγουρευτεί. Δύσκολα χρόνια. Οι άλλες δυο κατόπι της αξαίνουνε με το φουρκίδι.

Έτσι στοχαζόταν η κυρα-Θώμαινα κι άρχισε να κλείνει τα μάτια στο αργολάβισμα της κόρης της. Κάποιους φόβους που είχε για το σκοπό του νιου που την τριγυρνούσε, τους σκόρπισε η απόκριση μιας φιλενάδας της, μιας προεστής, που την έβαλε να τον ξετάξει απόξω απόξω:

- Το παιδί έχει καλό στο νου του, ζουρλαίνεται για την επαρχοπούλα και καρτερεί μονάχα να γένει δικαστής κι απέ να τη γυρέψει τίμια από τον πατέρα της. Τώρα φοβάται κιόλας μη δεν του τη δώσει.

- Μη δεν του τη δώσει! είπε μέσα της η επαρχίνα, μα δεν το ξεστόμισε. Η υπεροχή στο σόι της κόρης της, που αναγνώριζε το τέκνο του μπακάλη μ’ όλα τα πλούτη του, της ξύπνησε μέσα της την αρχοντική περηφάνια κι αυτό την έκαμε να πάρει αέρα και να μουρμουρίσει μόνο:

- Σαν έρθ’ η ώρα, τον πατέρα της τον καταφέρνουμε.

Και περιμένοντας την ώρα αυτή άφησε τον άντρα της να φύγει μοναχός. Πολλές φορές στοχάστηκε να του το πει, να μοιραστεί μαζί του την ωραία ελπίδα, μα τον πειρασμό τον νίκησε πάντα η ιδέα πως θα ’ρθει καλύτερα, αν τον ξαφνίσει με τελειωμένο πράμα. Η κυρα-Θώμαινα δεν αγαπούσε τα μπερδέματα. Όσο κι αν ήξερε πως ο άντρας της δεν παρανακατεύεται με γυναίκειες δουλειές, ωστόσο «τι τα θες και τα γυρεύεις, ο άνεμος έχει πολλά ποδάρια», στοχαζότανε πάντα και σώπαινε και περίμενε.

Μα η μοίρα άλλα λογάριαζε. Απάντεχα, πριν να περάσει χρόνος που χωρίστηκε από τον άντρα της, άξαφνος θάνατος τη χώρισε από τα σχέδια και τα όνειρά της.

- Μάνα, μην μπαίνεις στα νερά κι εισ’ ασυνήθιστη· δεν είναι καλοκαίρι ακόμα, την παρακάλεσε η δόλια η Φρόσω, σαν την είδε που έπιασε να σφουγγαρίσει μονάχη μεσοχείμωνα.

Μα ερχότανε γιορτές και περίμεναν κιόλας τον πατέρα. Κι έτσι ο Θώμος Κρανιάς, μόλις πρόφτασε το ξόδι της. Τόσο γοργά έκαμε το θάμα της η πούντα της ακροποταμιάς.

Κοντά στη θλίψη της χηριάς ξαναβρέθηκε ο Θώμος Κρανιάς μπροστά στο πρόβλημα: Τι να κάμει τα ορφανά; Να τα πάρει μαζί του, δύσκολο· να τ’ αφήσει μόνα τους, αποκλεισμένο. Η αδερφή της μακαρίτισσας, που είχε τρέξει στο ψυχομάχημά της από το χωριό, τον έβγαλε από τη στενοχώρια. Προσφέρθηκε να μείνει αυτή προσωρινά με τα παιδιά. Παρηγοριά ανέλπιστη. Μαζί της έμενε στον πύργο κι η σύνταξή της, σύνταξη χήρας λοχαγού. Κι έτσι ο Θώμος Κρανιάς ξαναχωρίστηκε από τα ορφανά του με την καρδιά διπλά ησυχασμένη.

Σε καλά χέρια τ’ άφηνε. Η θεια τους ήτανε γυναίκα όπως την ήθελε. Αν και παντρεμένη είκοσι χρόνια με αξιωματικό, έμεινε στην παλιά συνήθεια και δεν άφησε το σπίτι στο χωριό για ν’ ακολουθήσει τον άντρα της στις πολιτείες. Έτσι απόμεινε η αυστηρή απελέκητη χωριάτισσα, η νοικοκυρά, το άγρυπνο μαντρόσκυλο που χρειαζότανε τ’ ορφανεμένο σπίτι.



www.epoxi.gr