ΚΑΛΠΑΣΜΟΣ
με ήσυχο χαμόγελο παιδιού
η Άνοιξη κάλπασε τον άνεμο
με γκέμια της χλόης και της χαράς.
Θάλασσες δαντελωτές δεχτείτε
τον γήλιο της ύπαρξης
και σεις δάση, κάμποι, νησάκια, βουνά
θρέφετε, μεγαλώστε τον σπόρο τούτο.
Μες τ΄ανθρώπινο μελισσολόι η Άνοιξη γλεντά
με γεύση κοριτσόπουλου
Ανήλιαγου απ’ αλήθειες και κλάματα
μέσα στη φύση η Άνοιξη πρώτη
το δρόμο πήρε απ’ όλους.
Απριλης 1948
ΤΗ ΔΙΟΤΙΜΑ
Απόψε συμφωνία θα συνθέσει
στης Νύχτας τ’ απέραντο στερέωμα,
Η ψυχή μου το φως θα τραγουδήσει,
τη ζωή
Που μ’ άφησες να ξοδεύω τόσα χρόνια,
Τις λικνιστικές περπατησιές τ’ άπειρου
στις βαριές βελούδινες νύχτες
π’ αναγάλλιαζε η άπραγη ψυχή μας;
Οι ώρες ήταν χρόνια που κάποτε τα ζήσαμε
στ’ απέραντα συμπαντικά ακρόγιαλα…
Είπα πως είμαι ο αγαπημένος μιας ύπαρξης
Θαμπωμένος ανάπνεα τον αέρα της απόστασής μας
Ήσυχα γλυκά μ’ ηδονή θανατερήαήττητοΔρασκελώντας τ’ άφτιαχτα κανάλια της γης
Φλεβάρης 1951
15.2.51 Αγρίνιο
ΘΕΛΩ ΝΑ ΦΥΓΩ
Θέλω να φύγω. Πέρα απ’ τις κόκκινες μέρες.
Μακριά απ’ τον ήλιο.
Τα μεσημέρια σώπασαν. Ο τόπος έβρεξε πολύ.
Έπεσε βαριά ξεραΐλα στο σπίτι μας.
Είμαι ένα πουλί που ’νείρεται τα χελιδόνια της επιστροφής,
Το κόκκινο φόρεμα της άνοιξης. Την ερημιά.
Οι νύχτες με λυπήθηκαν. Δε μιλάνε. Πίνουν πολύ νερό.
Ήρθες κι’ έφυγα. Έλειπες κι’ έτρεχα γυρεύοντας τη γωνιά της
καρδιά σου.
Όμως ο θεός μας σκέφτεται. Την άνοιξη με τις παπαρούνες.
Τα πράσινα χώματα της γης. Το Μάη. Τις Πηγές.
Τα ποτάμια με το γκρίζο φόρεμα.
www.epoxi.gr
Έφευγε η χαραυγή φοβισμένη στο θρίαμβό μου τον
Φτιάχνοντας τα πέτρινα σχήματα της σωτηρίας μας
Κρούοντας τ’ αστέρια με τη σκέψη
Σε πρόσμενα ψυχή που με παιδιάτικη πίστη μου δόθηκες,
Τις άπραγες ενέργειές μου χαλκεύοντας προχωρούσες
στις ιερές θύρες του στεριώματός μου…
Κι’ έπειτα οι φωνές των παιδιών
κάποια κελαηδήματα που σβήναν με παράπονο,
Έπειτα ο άνεμος π’ έφερνε σκουλήκια του μίσους
σε λίγο ο αέρας γιόμισε σκουλήκια,
Ήταν η αδυναμία μας και πίστεψα
στη τάξη των πραγμάτων νικημένος…
Θα ’θελα να γυρίσω στα περασμένα
Δε ξέρω πώς θα σε ξαναδώ.
Τη Διοτίμα συλλογιούμαι
Και πιο πολύ τ’ ονείρου της το τραγικό χαμό.
Ματώνοντας τη μεγάλη μου πληγή, πίστεψες
χρώμα άυλο, παρθένο
στο βάθος των δακρύων μου. Τίποτ’ άλλο..
Στα ύψη της θάλασσας του κόσμου
έπνιξες το στερνό κι’ ακριβό δώρο μας
Κι’ ένα πένθιμο εμβατήριο μένει να σε καλεί για χρόνους.
Θυμάσαι τους δρόμους π’ ανέβαιναν στα ύψη
