Σε μια βουνίσια λαγκαδιά είχαμε μαζευτεί ένα καλοκαίρι μια μικρή συντροφιά. Ήταν εκεί κάποια λουτρά κι ένας φίλος μου, που ήρθε να γιατρέψει τους ρεματισμούς του, μ' έσυρε και με μαζί του. Όξω από τους χωριάτες, που είχανε στήσει στην πλαγιά τις πρόχειρες καλύβες τους από ελατόκλαδα, βρήκαμε κι άλλους πεντέξι της δικής μας τάξης. Πάνε πολλά χρόνια από τότε και μου μείνανε καθαρά στο νου μόνο τρεις απ' αυτούς. Ένας έμπορος από κάποια μικρή πόλη εκεί κοντά, ένας γιατρός από μιαν άλλη κάτω στον κάμπο κι ένας απόστρατος σπαθοφόρος. Κι οι τρεις ήτανε πενηντάρηδες κι απάνω. Ο έμπορος πάντα λιγόλογος και μαζεμένος, οι άλλοι δυο λογάδες κι ανοιχτόκαρδοι. Ο έμπορος, θυμούμαι, έπαιζε πάντα με τη χοντρή χρυσή αλυσίδα του ρολογιού του, ή μπλέκοντας τα χέρια του έφερνε γύρους αδιάκοπους, ατέλειωτους με τα δυο μεγάλα δάχτυλα, σε βαθμό που πείραζε τα νεύρα του απόστρατου σπαθοφόρου, κι άρχιζε και κείνος και φυσούσε τα ρουθούνια ζαρώνοντας μουστάκια και μάγουλα. Ο γιατρός δε φαινότανε πως είχε διόλου νεύρα. Όλοι μας είχαμε καθένας την καλύβα του, μα για περσότερη ευκολία -μια και πιάσαμε γνωριμιά, όπως γίνεται όταν βρίσκουνται στην ερημιά κάμποσοι άνθρωποι μαζεμένοι- μας μαγέρευε ο υπηρέτης του γιατρού και τρώγαμε όλοι μαζί κάτω από έναν πλάτανο. Το μέρος όμορφο δεν ήταν· πληχτική ξεραΐλα μόνο, στενός ουρανός αποπάνω και δυνατό λιοπύρι γύρω στα στουρνάρια. Τις πρωινές πηγαίναμε κυνήγι στα ριζά ολοτρόγυρα με το γιατρό και με το φίλο μου. Ο απόστρατος μας έδινε μονάχα το σκυλί του. Ο πόνος στο γοφό δεν τον άφηνε τον ίδιο να 'ρχεται μαζί μας. Έπειτα το ρίχναμε ολημέρα στα χαρτιά, όσο φωτούσε του Θεού το φως. Σαν κουραζόμαστε κατά το βράδυ, ξαπλωμένοι στα κλαδιά και μισονυσταγμένοι ακούγαμε το γιατρό ή το σπαθοφόρο που μας λέγανε διάφορες ιστορίες. Το γιατρό με πιο πολλή ευχαρίστηση. Οι περσότερες γυρίζανε γύρω από την πολιτική ζωή του τόπου του. Ήτανε φανατικός με το Κορδόνι και το είχε δουλέψει σα βουλευτής κάμποσα χρόνια. Συχνά όμως άλλαζε το θέμα. Μας έλεγε για τη ζωή του στην πρωτεύουσα, μας ιστορούσε γιατρικά του ανέκδοτα από το χωριό. Του άρεσε να μιλεί, ν' ακούει τη φωνή του να ηχεί στη βραδινή σιγαλιά της λαγκαδιάς. Μια από τις ιστορίες του γιατρού είναι κι η παρακάτω. Μας την είπε μια βραδιά που η κουβέντα γύρισε στις γυναίκες και στην αγάπη, κι αφού είχε αδειάσει κάμποσα ποτήρια κρασί. Μας είχαν φέρει εκείνη την ημέρα φρέσκο από το χωριό.Η χήρα Γαλάναινα -έτσι άρχισε ο γιατρός- ήτανε το δεξί χέρι της μάνας μου, καθώς το λένε. Όταν η ψυχοπαίδα παράτρωγε κορόμηλα ή αραποσίτια και θερμαινότανε -κι αυτό γινότανε πολύ συχνά- ή όταν περισσεύανε οι δουλειές στο σπίτι, η μάνα μου δεν είχε παρά να 'βγει στο παράθυρο και να φωνάξει τη Γαλάναινα που καθόταν αντίκρυ, σ' ένα χαμόσπιτο με μια ψηλή συκιά μπροστά στην πόρτα του και μιαν αυλή πάντα βρόμικη και λασπωμένη από τις σαπουνάδες. Το ξενόπλυμα ήταν η καθαυτό δουλειά της Γαλάναινας, που κοντά στο δικό της είχε να χορταίνει άλλα τρία στόματα: δυο παιδιών της και της πεθεράς της, τυφλής γερόντισσας, που περνούσε τα στερνά παραπανίσια χρόνια της καθισμένη στην αυλόπορτα και γκρινιάζοντας με τη νύφη της. Η Γαλάναινα, με τις συχνές δουλειές που έκανε στο σπίτι μας, είχε γίνει πια δική μας. Ήταν ήσυχη, πρόσχαρη γυναίκα, καλοΐσκιωτη και γλυκόλογη. Σε μας τα παιδιά περσότερο. Συχνά εκεί που λανάριζε τα μαλλιά έξω στη λότζα, μας μάζευε γύρω της και μας έλεγε παραμύθια και συχνότερα ακόμα μας γλίτωνε από το λουρί του πατέρα μπαίνοντας στη μέση ή, για πιο ασφάλεια, κρύβοντας μας πίσω από το φουστάνι της.
Έτσι την είχαμε όλοι σε καλό μάτι τη Γαλάναινα. Μόνο η μάνα μου, αυτή που τη φώναζε, δε φαινότανε να τη βλέπει με πολλή ευχαρίστηση στο σπίτι. Μια αφορμή κι αυτό για να μαλώνει με τη γιαγιά, τη δική της μάνα.
«Δεν τη θέλω· με κρύα καρδιά την μπάζω σπίτι μου», την ακούγαμε να της λέει πολλές φορές.
«Μα τι σου κάνει, τι σου φταίει η δολία;» της απαντούσε η γιαγιά. «Αυτή καλά στάθηκε και κορίτσι που ήταν, και με τον άντρα της, και τώρα που απόμεινε χήρα».
«Αν ήτανε καλή, δεν έμπαινε σε τέτοια πεθερά», φώναζε θυμωμένα η μάνα μου.
Περσότερο δεν προσέχαμε 'μείς τα παιδιά, ωστόσο είχαμε μάθει πια να βλέπουμε με φόβο τη γριά Αγγελίνα, που πασπατεύοντας με το ραβδί της έβγαινε και θρονιαζόταν όλη μέρα όξω στο κατώφλι της αυλόπορτας της μουρμουρίζοντας αδιάκοπα. Πολλές φορές ρωτήσαμε τη γιαγιά γιατί η μάνα μας δεν ήθελε να δει στα μάτια της τη γριά Αγγελίνα, μα πάντα παίρναμε την ίδια απάντηση: «Ήτανε κακός άνθρωπος στα νιάτα της, παιδί μου». Πιότερα δε μας έλεγε η γιαγιά, μα αυτό έφτανε για να τρομάζουμε την πόρτα της γριά Αγγελίνας και να τη φανταζόμαστε σαν κακή στρίγγλα σταλμένη από το διάβολο να παιδεύει τη Γαλάναινα. Μας είχε πει τόσα παρόμοια παραμύθια η ίδια η Γαλάναινα.
Καθώς φαινόταν όμως, δεν ήταν αυτός ο λόγος που η μάνα μου δεν έβλεπε με καλό μάτι τη Γαλάναινα. Δε θα τον μαθαίναμε, αν ο πατέρας δεν ήτανε στα δικαστήρια για ένα πηγάδι ανταμικό με τη γειτόνισσα και συμπεθέρα του, τη Γεροντάκαινα, κι αν η Γεροντάκαινα δεν έβγαινε και φώναζε πολλά όξω από την αυλή μας, άμα η ψυχοπαίδα μας εκεί που έπλενε πλάι στο πηγάδι έχυσε τα νερά στη δική της την αυλή. Ένα από τα πολλά που έλεγε ήταν πως τάχα η ψυχοπαίδα που είχαμε πρωτύτερα δεν ξαναγύρισε από καλό της στο χωριό, όθε την έφερε ο πατέρας. Περσότερα δε νιώθαμε 'μεις τα παιδιά, όπως δε νιώσαμε περσότερα και μια μέρα που ήταν η Γαλάναινα εκείνη που 'χυσε τα νερά στην ξένη αυλή κι η Γεροντάκαινα, που βγήκε και της αναποδογύρισε τη σκάφη, της είπε κοντά σε άλλες βρισιές:
«Μπαινόβγαινε αυτού μέσα κι έννοια σου· θα σε συγυρίσει καλά και σένανε ο μουστακαλής».
Μουστακαλή εννοούσε τον πατέρα μου. Η Γαλάναινα άφησε στη μέση το πλύσιμο κι έφυγε. Η μάνα μου τα 'βαλε με τον πατέρα σα γύρισε το μεσημέρι σπίτι. «Είσαι μουρντάρης», ακούσαμε που του είπε εκεί που παραμονεύαμε πίσω από την πόρτα της κάμαρας που μαλώνανε.
Ο λόγος μάς φάνηκε παράξενος. Μουρντάρης ο πατέρας που δεν άφηνε να κάτσει μύγα στη φουστανέλα του!
Μα ο μικρότερος αδελφός μου, ο κακομοίρης ο Γιαννούλης, πιο ξύπνος απ' όλους μας, μας ξήγησε πως μουρντάρης δεν είναι μόνο εκείνος που είναι λερός στη φορεσιά του, μα και κείνος που πειράζει τα ξένα πράματα.
«Ε, και πειράζει ο πατέρας τα ξένα πράματα;» τον ρώτησα.
«Ξένη δεν είναι η Γαλάναινα;» είπε ο Γιαννούλης. Και μας διηγήθηκε σιγαλά πως μια μέρα, που η Γαλάναινα σφουγγάριζε τη σκάλα, είδε τον πατέρα που άπλωσε το χέρι του στην τραχηλιά της και κείνη του 'δωσε μια σπρωχτιά. «Θα το πω της μάνας», είπε, «αν καμιά μέρα του γυρέψω πεντάρα και δε μου τη δώσει»
Αν το είπε αληθινά της μάνας ο Γιαννούλης, δεν το θυμούμαι. Θυμούμαι μόνο πως μια μέρα εκεί που παίζαμε στον κήπο του σπιτιού μας με την Τάσω τη μικρή θυγατέρα της Γαλάναινας, και 'γώ κι ο Γιαννούλης πολεμούσαμε να βγάλουμε από την τραχηλιά της έναν τζίτζικα, που τον είχε κρύψει εκεί για να μην της τον πάρουμε – ο πατέρας σα μας είδε μας θέρισε τα μεριά με το λουρί
Ο κήπος με τη μουριά, που στον ίσκιο της ροκάνιζε αδιάκοπα την καλαμποκιά του ο ψαρής του πατέρα, ήτανε το μέρος που παίζαμε τα μεσημέρια του καλοκαιριού εμείς τ' αδέλφια, η Τάσω κι ο αδερφός της ο Γιωργίκος, ένα άχαρο, κουτό παιδί, που ερχότανε μαζί μας μόνο για να τον τσιμπούν οι σφήκες στα μάγουλα, να τρώει ξυλάχλαδα, αγουρίδες και ξύλο αλύπητο από μας τους άλλους. Σα να το μυρίστηκε κι ο μισόστραβος ψαρής, τον κλότσησε μια μέρα κι αυτός ο τόσο ήσυχος κι ανεχτικός, που μας άφηνε να του κουβαλούμε πλάτες και καπούλια, να περνούμε αποκάτω από την κοιλιά του, να του βγάζουμε όσες τρίχες θέλαμε από την ουρά. Έμενε ακούνητος, ροκανίζοντας πάντα την καλαμποκιά του. Η Τάσω του καβαλούσε ακόμα και το λαιμό. Στεκόταν ορθή στην πλάτη του, πηδούσε στα καπούλια του όπως και στα κλωνάρια της μουριάς. Αν έλειπε ο Γιαννούλης από τη συντροφιά, θα 'λεγε κανένας αγόρι αυτή και κορίτσια εμάς τους άλλους.
Κι ωστόσο κάθε άλλο παρά σαν αγοριού έμοιαζε η όψη της. Άσπρη και καστανόξανθη, τα μεγάλα γαλανά της μάτια βαστούσαν ένα ξάστερο ψιχάλισμα μέσα σε όλη την παιδιάστικη άγρια τρέλα και κάποιες φορές κοιτάζανε τόσο παράξενα, πετούσαν τόσο αστραφτερές αναλαμπές που δε βαστούσες να τα βλέπεις. Εκείνο που την ξεχώριζε περσότερο μέσα σε μας ήταν πως με όλα τα σκαρφαλώματα στα δέντρα και τα κυλήματα όπου έφτανε, μπορούσε και βαστιότανε πάντα καθαρή, πάντα αξέσκιστη. Ένα πουκάμισο κι ένα παλιό φουστάνι, αποφόρι της αδερφής μου ή αλλουνού κοριτσιού, ήτανε τα μόνα που σκεπάζανε τη γύμνια της· κι ωστόσο η μάνα μου μας την έδειχνε πάντα για παράδειγμα. Η δική της μάνα ζήτημα ήταν αν τη χτένιζε κάθε πρωί κι όμως η Τάσω δε φαινότανε ποτέ αχτένιστη. Ένα ίσιασμα με τις παλάμες στ' αλαφρόσγουρα μαλλιά, που τα είχαν κάμει ανωκάτω τα κλαδιά της μουριάς, και ξαναπαίρναν τη φανταχτερή λάμψη τους. Το ίσιασμα αυτό το συνήθιζε τόσο συχνά η Τάσω και συχνά μέσα στο ξάναμμα του παιχνιδιού στεκόταν άξαφνα κι αφού έσιαζε τα μαλλιά, την έβλεπες κι έμενε αμίλητη και μας κοίταζε με την αστραφτερή παράξενη ματιά της και μ' ένα γέλιο πιο παράξενο, που έδειχνε τα δόντια της σα σκυλιού που θέλει να δαγκάσει. «Γάτα, γαλανομάτα γάτα», της φώναζε ο Γιαννούλης δίνοντας της μια. Και τα δυο αγρίμια πιανόντανε στα χέρια.
www.epoxi.gr