Η γιαγιά ήταν ορθή στη σκάλα όταν χτύπησε το κουδούνι της αυλόπορτας.- Είναι η κυρία Κατίγκω, είπε μέσα η υπηρέτρια.
Η κυρία Αγλαΐα, που ήταν ξαπλωμένη στον καναπέ, έκαμε κίνημα και ψιθύρισε:
- Έλα, τελείωνε γρήγορα.
Η υπηρέτρια γύρισε και την κοίταξε: ξαπλωμένη πάντα έβλεπε προς το παράθυρο.
- Ήρθε η Ευανθία; ακούστηκε από κάτω η φωνή της κυρίας Κατίγκως.
- Έλα απάνω, είπε η γιαγιά.
- Έλα απάνω, φώναξε κι ο παπαγάλος που λιαζόταν στο μπαλκόνι.
Η κυρία Κατίγκω προχώρησε ένα βήμα και ξαναρώτησε:
- Ήρθε αλήθεια;
Στο παράθυρο παρουσιάστηκε η λευκή όψη του παππού σαν προσωπίδα κρεμασμένη πίσω από το τζάμι με τα μάτια ασάλευτα.
Η κυρία Κατίγκω που είχε κάμει άλλο ένα βήμα προς τη σκάλα, σταμάτησε και γύρισε γοργά το πρόσωπο.
- Έλα απάνω, ξαναμίλησε η γιαγιά.
Η κυρία Κατίγκω ξαναπροχώρησε∙ η όψη του παππού παρουσιάστηκε στο άλλο παράθυρο. Η κυρία Κατίγκω έπιασε το κλαδί μιας ροδοδάφνης που ήταν εμπρός στη σκάλα∙ όπως το έπιασε το μάδησε.
Μέσα η κυρία Αγλαΐα άκουσε τις παντούφλες της γιαγιάς που σύρθηκαν.
- Ποιος είναι μέσα; ρώτησε η κυρία Κατίγκω. Η γιαγιά είχε κατεβεί τη μισή σκάλα.
- Ποιος είναι μέσα; είπε σιγότερα η κυρία Κατίγκω και κοκκίνισε. Είχε ανεβεί κι αυτή δυο σκαλοπάτια.
- Τι στέκεσαι; είπε η γιαγιά.
Η κυρία Κατίγκω ξανακοκκίνισε. Τα μάτια του παππού σα να τρυπούσαν πίσω της το τζάμι.
Πήδησε τα σκαλιά, έδωσε το χέρι της γιαγιάς και ανέβηκαν μαζί τη σκάλα.
Η υπηρέτρια έτρεξε στην πόρτα.
- Μέσα η κυρία ησύχασε, είπε φωναχτά.
Η κυρία Κατίγκω γύρισε στη γιαγιά. Η γιαγιά δεν της άφησε το χέρι.
- Έλα, έλα, είπε και την έσυρε κοντά της μέσα.
***
Πέρασαν στην τραπεζαρία. Η Ευανθία έτρεξε στην πόρτα, και η κυρία Κατίγκω την άρπαξε στην αγκαλιά:
- Να σε χαρώ!
- Δες την πως έγινε, είπε η γιαγιά.
Η κυρία Κατίγκω έκλαιε.
Η Μαρίκα κοίταξε το Στέφανο.
- Η μητέρα σου, είπε σιγά κι άφησε το κέντημά της στο κάθισμα. Έπειτα σηκώθηκε και ήρθε κ’ έδωσε το χέρι στην κυρία Κατίγκω:
- Μαμά, καλημέρα.
Η κυρία Κατίγκω τη φίλησε.
Ο Στέφανος δεν κινήθηκε από το παράθυρο, όπου ήταν καθισμένος.
- Πώς έγινε! ξαναείπε η γιαγιά.
Ο Στέφανος της ένεψε:
- Έλα γιαγιά. Κ’ έδειξε ένα κάθισμα κοντά του.
Η κυρία Κατίγκω ξαναγκάλιασε την Ευανθία.
- Χρυσή μου!
Η Ευανθία έσκυψε στο στήθος της.
- Με θυμόσουνα ποτέ;… Έτσι σας έσφιγγα --- Και η κυρία Κατίγκω χάδευε τα μαλλιά της Ευανθίας κ’ εξακολούθησε να κλαίει:
- Τις δυο. Και δείχνοντας το Στέφανο:
- Και κείνος κοίταζε.
- Μητέρα, έλα τώρα, ένεψε με το χέρι ο Στέφανος· μα η γιαγιά ήρθε κοντά του.
- Άσ’ την , του ψιθύρισε.
Η Ευανθία σήκωσε το κεφάλι, και η ματιά της απαντήθηκε με τη ματιά του Στέφανου. Η Μαρίκα ήρθε και κάθισε κοντά του και ξαναέπιασε το κέντημα.
Ένα φύσημα φούσκωσε την κουρτίνα στο παράθυρο. Η Μαρίκα έβηξε ελαφρά.
- Να κλείσω; ρώτησε ο Στέφανος.
- Όχι, ένεψε η Μαρίκα.
Η γιαγιά έκαμε να έρθει κοντά της.
- Μα γιαγιά! τη σταμάτησε η Μαρίκα, και η γιαγιά τέντωσε το αφτί· πάλι με τις παντούφλες! δε μου το έταξες;
- Καλά, καλά, ψιθύρισε η γιαγιά.
Η Ευανθία ξανακοίταξε, κι ο Στέφανος γύρισε προς το παράθυρο.
- Έλα γιαγιά, είπε έπειτα· μα η γιαγιά πήγε στην Ευανθία.
Έξω, εμπρός στο παράθυρο μια λεύκα σιγοκινούσε τα φύλλα της κοκκινισμένα. Τα πεύκα πλάι ίσκιωναν την αυλή βαριά. Η βρύση τριγυρισμένη από κισσό, έσταζε αργά στην πέτρινη λεκάνη, όπου βουτούσανε δυο πάπιες.
Ο Στέφανος έσκυψε κ’ έριξε κάτω μια ματιά. Έπειτα κοίταξε πάλι τον ουρανό, όπου ο ήλιος πολεμούσε ν’ ανοίξει δρόμο μέσα σε σύννεφα σταχτιά, που ξέκοβαν και σκόρπιζαν κουρελιασμένα από την κορυφή του αντικρινού ορθόβραχου βουνού.
Καθώς ο Στέφανος ακούμπησε το χέρι στο τζαμόφυλλο και τι κίνησε, ο ήλιος χτύπησε στο τζάμι· η αντιφεγγιά έπεσε στην όψη της Μαρίκας κ’ έπαιξε και απλώθηκε στο πάτωμα.
Η Μαρίκα έκλεισε τα μάτια.
- Στέφανε! φώναξε η κυρία Κατίγκω.
- Γείρε το, ψιθύρισε η Μαρίκα.
Καθώς έστρεψε πάλι ο Στέφανος, το τζάμι ξανακινήθηκε και ο Στέφανος μόλις πρόφτασε να δη που έσβηνε η αντηλιά στα πόδια της Ευανθίας.
- Τι; ρώτησε.
- Το τζάμι.
Ο Στέφανος έκαμε να το κλείσει.
- Ξεχασμένος είσαι, είπε η Μαρίκα· τι έβλεπες;
Ο Στέφανος δεν της απάντησε· την κοίταξε σα να μην είχε ακούσει.
Η Ευανθία και η κυρία Κατίγκω απέναντι μιλούσαν τώρα και γελούσαν. Η Μαρίκα κεντούσε σιωπηλή.
- Στέφανε! γύρισε έξαφνα η κυρία Κατίγκω.
Ο Στέφανος την κοίταξε.
-Πως θα χαρεί ο πατέρας σου!
- Ναι, κι ο παππούς πως χάρηκε! είπε η γιαγιά.
Η κυρία Κατίγκω τινάχτηκε ελαφρά. Η Μαρίκα την κοίταξε.
- Ναι, χάρηκε, είπε ξανά η γιαγιά.
Η Μαρίκα έσκυψε πάλι στο κέντημα, και η κυρία Κατίγκω ξαναέπιασε το χέρι της Ευανθίας:
- Δεν την ξαναφήνομε να φύγει, ε νονά;
- Ναι, έκαμε να πει η γιαγιά, μα η Μαρίκα έβηξε και η κυρία Κατίγκω γύρισε κείθε:
- Στέφανε, κλείσε! φώναξε.
- Μα δε φυσά, μαμά, είπε η Μαρίκα.
- Σήκω απ’ αυτού, της φώναξε η γιαγιά.
- Έλα κάθισε δω, είπε η κυρία Κατίγκω.
Η Ευανθία τραβήχτηκε να κάμει θέση στον καναπέ, η Μαρίκα όμως κάθισε στο σκαμνάκι που ήταν εμπρός στα πόδια της κυρίας Κατίγκως. Κάθισε κ’ έσκυψε πάλι στο κέντημα.
Και σώπασαν.
- Τι κεντάς; τη ρώτησε έπειτα η κυρία Κατίγκω.
- Μια μάρκα.
Η κυρία Κατίγκω έσκυψε να δη.
- Ωραία είναι, είπε· αλλά όπως σήκωσε πάλι τα μάτια, φώναξε έξαφνα:
- Μα Στέφανε!
Ο Στέφανος γύρισε· η γιαγιά που είχε σηκωθεί σταμάτησε στην πόρτα.
- Καπνίζεις---; Κλείσε! ξαναφώναξε η κυρία Κατίγκω.
Ο Στέφανος την κοίταξε άλλη μια στιγμή· έπειτα πέταξε το τσιγάρο κ’ έκλεισε το τζάμι.
Η Μαρίκα σήκωσε τα μάτια από το κέντημα.
- Φυσά λιγάκι, ο καιρός κρύωσε, είπε η Ευανθία.
- Θα είχατε αέρα στο βαπόρι, είπε η κυρία Κατίγκω.
Μα η Ευανθία, που είχε στρέψει προς το παράθυρο, είδε πως ο Στέφανος είχε τα μάτια απάνω της· και μια στιγμή δεν απάντησε.
- Τι, θεία Κατίγκω; είπε ύστερα.
Η Μαρίκα την κοίταξε:
- Ρώτησε αν είχατε αέρα στο βαπόρι.
- Όχι πολύ, είπε η Ευανθία και σώπασε.
Η γιαγιά που είχε βγει ήρθε πάλι.
- Μαρίκα, μίλησε.
Η Μαρίκα κοίταξε.
- Σε θέλει μέσα, της ψιθύρισε η γιαγιά.
- Η γιαγιά δεν ησυχάζει, είπε η Ευανθία.
- Τι; τέντωσε τ’ αφτί η γιαγιά.
- Σήμερα μαγείρεψες μονάχη, είπε δυνατότερα η Ευανθία.
- Ναι, μαγείρεψα, είπε η γιαγιά κ’ έμεινε κοιτάζοντας την πόρτα που η Μαρίκα έφυγε –
- Ήσουν μέσα; ρώτησε η κυρία Αγλαΐα ξαπλωμένη πάντα στον καναπέ.
Η Μαρίκα στάθηκε ορθή μπροστά της.
- Ναι, απάντησε.
Η κυρία Αγλαΐα την κοίταξε. Είδε σουφρωμένα τα φρύδια της και πρόσεξε πως στα μάγουλά της πάλευαν να σβήσουν τα ελαφρά κοκκινωπά τους στίγματα. Την κοίταξε μια στιγμή κ’ έπειτα:
- Ποιος άλλος είναι; ρώτησε.
- Ο Στέφανος, απάντησε η Μαρίκα.
- Άλλος, ρωτώ.
Η Μαρίκα σήκωσε τα μάτια.
- Το ξέρεις, είπε.
- Ναι, όμως πρόσεξε μη μου τη φέρουν μέσα.
Η Μαρίκα την ξανακοίταξε. Έπειτα αφού κοίταξε κάτω άλλη μια στιγμή, έκαμε ένα βήμα προς τον καναπέ, σαν αρπαγμένη από έξαφνο αίσθημα.
- Γιατί όλα αυτά, μαμά; γιατί; δοκίμασε να πει, ένα όμως νεύμα της κυρίας Αγλαΐας τη σταμάτησε.
Έμεινε ορθή και κοίταζε.
Και η κυρία Αγλαΐα χωρίς να κινηθεί:
- Πήγαινε και πρόσεξε μη μου τη φέρουν∙ αυτό σε ήθελα, ψιθύρισε και γύρισε τα μάτια αλλού.
www.epoxi.gr