Pages

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ:ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

>
Η γιαγιά ήταν ορθή στη σκάλα όταν χτύπησε το κουδούνι της αυλόπορτας.

- Είναι η κυρία Κατίγκω, είπε μέσα η υπηρέτρια.

Η κυρία Αγλαΐα, που ήταν ξαπλωμένη στον καναπέ, έκαμε κίνημα και ψιθύρισε:

- Έλα, τελείωνε γρήγορα.

Η υπηρέτρια γύρισε και την κοίταξε: ξαπλωμένη πάντα έβλεπε προς το παράθυρο.

- Ήρθε η Ευανθία; ακούστηκε από κάτω η φωνή της κυρίας Κατίγκως.

- Έλα απάνω, είπε η γιαγιά.

- Έλα απάνω, φώναξε κι ο παπαγάλος που λιαζόταν στο μπαλκόνι.

Η κυρία Κατίγκω προχώρησε ένα βήμα και ξαναρώτησε:

- Ήρθε αλήθεια;

Στο παράθυρο παρουσιάστηκε η λευκή όψη του παππού σαν προσωπίδα κρεμασμένη πίσω από το τζάμι με τα μάτια ασάλευτα.

Η κυρία Κατίγκω που είχε κάμει άλλο ένα βήμα προς τη σκάλα, σταμάτησε και γύρισε γοργά το πρόσωπο.

- Έλα απάνω, ξαναμίλησε η γιαγιά.

Η κυρία Κατίγκω ξαναπροχώρησε∙ η όψη του παππού παρουσιάστηκε στο άλλο παράθυρο. Η κυρία Κατίγκω έπιασε το κλαδί μιας ροδοδάφνης που ήταν εμπρός στη σκάλα∙ όπως το έπιασε το μάδησε.

Μέσα η κυρία Αγλαΐα άκουσε τις παντούφλες της γιαγιάς που σύρθηκαν.

- Ποιος είναι μέσα; ρώτησε η κυρία Κατίγκω. Η γιαγιά είχε κατεβεί τη μισή σκάλα.

- Ποιος είναι μέσα; είπε σιγότερα η κυρία Κατίγκω και κοκκίνισε. Είχε ανεβεί κι αυτή δυο σκαλοπάτια.

- Τι στέκεσαι; είπε η γιαγιά.

Η κυρία Κατίγκω ξανακοκκίνισε. Τα μάτια του παππού σα να τρυπούσαν πίσω της το τζάμι.

Πήδησε τα σκαλιά, έδωσε το χέρι της γιαγιάς και ανέβηκαν μαζί τη σκάλα.

Η υπηρέτρια έτρεξε στην πόρτα.

- Μέσα η κυρία ησύχασε, είπε φωναχτά.

Η κυρία Κατίγκω γύρισε στη γιαγιά. Η γιαγιά δεν της άφησε το χέρι.

- Έλα, έλα, είπε και την έσυρε κοντά της μέσα.



***



Πέρασαν στην τραπεζαρία. Η Ευανθία έτρεξε στην πόρτα, και η κυρία Κατίγκω την άρπαξε στην αγκαλιά:

- Να σε χαρώ!

- Δες την πως έγινε, είπε η γιαγιά.

Η κυρία Κατίγκω έκλαιε.

Η Μαρίκα κοίταξε το Στέφανο.

- Η μητέρα σου, είπε σιγά κι άφησε το κέντημά της στο κάθισμα. Έπειτα σηκώθηκε και ήρθε κ’ έδωσε το χέρι στην κυρία Κατίγκω:

- Μαμά, καλημέρα.

Η κυρία Κατίγκω τη φίλησε.

Ο Στέφανος δεν κινήθηκε από το παράθυρο, όπου ήταν καθισμένος.

- Πώς έγινε! ξαναείπε η γιαγιά.

Ο Στέφανος της ένεψε:

- Έλα γιαγιά. Κ’ έδειξε ένα κάθισμα κοντά του.

Η κυρία Κατίγκω ξαναγκάλιασε την Ευανθία.

- Χρυσή μου!

Η Ευανθία έσκυψε στο στήθος της.

- Με θυμόσουνα ποτέ;… Έτσι σας έσφιγγα --- Και η κυρία Κατίγκω χάδευε τα μαλλιά της Ευανθίας κ’ εξακολούθησε να κλαίει:

- Τις δυο. Και δείχνοντας το Στέφανο:

- Και κείνος κοίταζε.

- Μητέρα, έλα τώρα, ένεψε με το χέρι ο Στέφανος· μα η γιαγιά ήρθε κοντά του.

- Άσ’ την , του ψιθύρισε.

Η Ευανθία σήκωσε το κεφάλι, και η ματιά της απαντήθηκε με τη ματιά του Στέφανου. Η Μαρίκα ήρθε και κάθισε κοντά του και ξαναέπιασε το κέντημα.

Ένα φύσημα φούσκωσε την κουρτίνα στο παράθυρο. Η Μαρίκα έβηξε ελαφρά.

- Να κλείσω; ρώτησε ο Στέφανος.

- Όχι, ένεψε η Μαρίκα.

Η γιαγιά έκαμε να έρθει κοντά της.

- Μα γιαγιά! τη σταμάτησε η Μαρίκα, και η γιαγιά τέντωσε το αφτί· πάλι με τις παντούφλες! δε μου το έταξες;

- Καλά, καλά, ψιθύρισε η γιαγιά.

Η Ευανθία ξανακοίταξε, κι ο Στέφανος γύρισε προς το παράθυρο.

- Έλα γιαγιά, είπε έπειτα· μα η γιαγιά πήγε στην Ευανθία.

Έξω, εμπρός στο παράθυρο μια λεύκα σιγοκινούσε τα φύλλα της κοκκινισμένα. Τα πεύκα πλάι ίσκιωναν την αυλή βαριά. Η βρύση τριγυρισμένη από κισσό, έσταζε αργά στην πέτρινη λεκάνη, όπου βουτούσανε δυο πάπιες.

Ο Στέφανος έσκυψε κ’ έριξε κάτω μια ματιά. Έπειτα κοίταξε πάλι τον ουρανό, όπου ο ήλιος πολεμούσε ν’ ανοίξει δρόμο μέσα σε σύννεφα σταχτιά, που ξέκοβαν και σκόρπιζαν κουρελιασμένα από την κορυφή του αντικρινού ορθόβραχου βουνού.

Καθώς ο Στέφανος ακούμπησε το χέρι στο τζαμόφυλλο και τι κίνησε, ο ήλιος χτύπησε στο τζάμι· η αντιφεγγιά έπεσε στην όψη της Μαρίκας κ’ έπαιξε και απλώθηκε στο πάτωμα.

Η Μαρίκα έκλεισε τα μάτια.

- Στέφανε! φώναξε η κυρία Κατίγκω.

- Γείρε το, ψιθύρισε η Μαρίκα.

Καθώς έστρεψε πάλι ο Στέφανος, το τζάμι ξανακινήθηκε και ο Στέφανος μόλις πρόφτασε να δη που έσβηνε η αντηλιά στα πόδια της Ευανθίας.

- Τι; ρώτησε.

- Το τζάμι.

Ο Στέφανος έκαμε να το κλείσει.

- Ξεχασμένος είσαι, είπε η Μαρίκα· τι έβλεπες;

Ο Στέφανος δεν της απάντησε· την κοίταξε σα να μην είχε ακούσει.

Η Ευανθία και η κυρία Κατίγκω απέναντι μιλούσαν τώρα και γελούσαν. Η Μαρίκα κεντούσε σιωπηλή.

- Στέφανε! γύρισε έξαφνα η κυρία Κατίγκω.

Ο Στέφανος την κοίταξε.

-Πως θα χαρεί ο πατέρας σου!

- Ναι, κι ο παππούς πως χάρηκε! είπε η γιαγιά.

Η κυρία Κατίγκω τινάχτηκε ελαφρά. Η Μαρίκα την κοίταξε.

- Ναι, χάρηκε, είπε ξανά η γιαγιά.

Η Μαρίκα έσκυψε πάλι στο κέντημα, και η κυρία Κατίγκω ξαναέπιασε το χέρι της Ευανθίας:

- Δεν την ξαναφήνομε να φύγει, ε νονά;

- Ναι, έκαμε να πει η γιαγιά, μα η Μαρίκα έβηξε και η κυρία Κατίγκω γύρισε κείθε:

- Στέφανε, κλείσε! φώναξε.

- Μα δε φυσά, μαμά, είπε η Μαρίκα.

- Σήκω απ’ αυτού, της φώναξε η γιαγιά.

- Έλα κάθισε δω, είπε η κυρία Κατίγκω.

Η Ευανθία τραβήχτηκε να κάμει θέση στον καναπέ, η Μαρίκα όμως κάθισε στο σκαμνάκι που ήταν εμπρός στα πόδια της κυρίας Κατίγκως. Κάθισε κ’ έσκυψε πάλι στο κέντημα.

Και σώπασαν.

- Τι κεντάς; τη ρώτησε έπειτα η κυρία Κατίγκω.

- Μια μάρκα.

Η κυρία Κατίγκω έσκυψε να δη.

- Ωραία είναι, είπε· αλλά όπως σήκωσε πάλι τα μάτια, φώναξε έξαφνα:

- Μα Στέφανε!

Ο Στέφανος γύρισε· η γιαγιά που είχε σηκωθεί σταμάτησε στην πόρτα.

- Καπνίζεις---; Κλείσε! ξαναφώναξε η κυρία Κατίγκω.

Ο Στέφανος την κοίταξε άλλη μια στιγμή· έπειτα πέταξε το τσιγάρο κ’ έκλεισε το τζάμι.

Η Μαρίκα σήκωσε τα μάτια από το κέντημα.

- Φυσά λιγάκι, ο καιρός κρύωσε, είπε η Ευανθία.

- Θα είχατε αέρα στο βαπόρι, είπε η κυρία Κατίγκω.

Μα η Ευανθία, που είχε στρέψει προς το παράθυρο, είδε πως ο Στέφανος είχε τα μάτια απάνω της· και μια στιγμή δεν απάντησε.

- Τι, θεία Κατίγκω; είπε ύστερα.

Η Μαρίκα την κοίταξε:

- Ρώτησε αν είχατε αέρα στο βαπόρι.

- Όχι πολύ, είπε η Ευανθία και σώπασε.

Η γιαγιά που είχε βγει ήρθε πάλι.

- Μαρίκα, μίλησε.

Η Μαρίκα κοίταξε.

- Σε θέλει μέσα, της ψιθύρισε η γιαγιά.

- Η γιαγιά δεν ησυχάζει, είπε η Ευανθία.

- Τι; τέντωσε τ’ αφτί η γιαγιά.

- Σήμερα μαγείρεψες μονάχη, είπε δυνατότερα η Ευανθία.

- Ναι, μαγείρεψα, είπε η γιαγιά κ’ έμεινε κοιτάζοντας την πόρτα που η Μαρίκα έφυγε –


- Ήσουν μέσα; ρώτησε η κυρία Αγλαΐα ξαπλωμένη πάντα στον καναπέ.

Η Μαρίκα στάθηκε ορθή μπροστά της.

- Ναι, απάντησε.

Η κυρία Αγλαΐα την κοίταξε. Είδε σουφρωμένα τα φρύδια της και πρόσεξε πως στα μάγουλά της πάλευαν να σβήσουν τα ελαφρά κοκκινωπά τους στίγματα. Την κοίταξε μια στιγμή κ’ έπειτα:

- Ποιος άλλος είναι; ρώτησε.

- Ο Στέφανος, απάντησε η Μαρίκα.

- Άλλος, ρωτώ.

Η Μαρίκα σήκωσε τα μάτια.

- Το ξέρεις, είπε.

- Ναι, όμως πρόσεξε μη μου τη φέρουν μέσα.

Η Μαρίκα την ξανακοίταξε. Έπειτα αφού κοίταξε κάτω άλλη μια στιγμή, έκαμε ένα βήμα προς τον καναπέ, σαν αρπαγμένη από έξαφνο αίσθημα.

- Γιατί όλα αυτά, μαμά; γιατί; δοκίμασε να πει, ένα όμως νεύμα της κυρίας Αγλαΐας τη σταμάτησε.

Έμεινε ορθή και κοίταζε.

Και η κυρία Αγλαΐα χωρίς να κινηθεί:

- Πήγαινε και πρόσεξε μη μου τη φέρουν∙ αυτό σε ήθελα, ψιθύρισε και γύρισε τα μάτια αλλού.



www.epoxi.gr